Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΔΡΑΡΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
Αυτοπαρουσίαση στο τεύχος 58 του περιοδικού ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ της Πολιτιστικής Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορ. Ελλλάδος.

ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΒΑΝΙΔΗ: Αυτοπαρουσίαση.
Κομπορρημοσύνη, ματαιοδοξία και επιδεικτική φιλαρέσκεια είναι ο τέλειος συνδυασμός χαρακτηρισμών για το άτομό μου από τότε που με προπέτεια και αρκετό χιούμορ αυτοχαρακτηριζόμουνα φωτογράφος. Ήμουν νέος και σε συνδυασμό με την ημιμάθεια όρμησα να κατακτήσω αυτό το αχανές, υπέροχο και νεότευκτο καλλιτεχνικό πεδίο που λέγεται φωτογραφία. Ευτυχώς δεν είχα σε τόσο υψηλό βαθμό την αυτοπεποίθηση που είχε ο Ιβάν Μπούνιν όταν έλεγε: Δεν αξίζει να γράφεις αν δεν είσαι καλλίτερος από τον Τολστόι, και έτσι δεν είπα ποτέ στον εαυτό μου: Αν  δεν κάνεις καλλίτερα πορτραίτα από την Julia Margaret Cameron, τον Andrè Kertèsz, τον Yοusuf Karsh και τον Richard Avedon, ή καλλίτερα τοπία από τον Franco Fontana τον Ernst Haas και τον Ansel Adams, μην τολμήσεις να πιάσεις μηχανή στο χέρι σου. Και από τότε με αυτοκλείσιμο του ματιού και πονηρή αυτοπαραδοχή,  και μηχανές έπιασα και έκανα και κάνω και πορτραίτα και τοπία και αφηρημένες συνθέσεις. Με λίγα λόγια απ’ όλα έχει ο μπαχτσές. Αυτή η πολυπραγμοσύνη βέβαια δεν βγαίνει ποτέ σε καλό. Δεν οργάνωσα ποτέ τα έργα μου ούτε προσπάθησα να τα εμπορευματοποιήσω. Η κλοπή τους ή το χάρισμα μου έχουν γίνει  πια συνήθεια. Πέρα από μερικές (ιδίοις αναλώμασι) εκδόσεις λευκωμάτων (10 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ 1985, ΚΑΘΕΤΑ ΤΟΠΙΑ 2007, ΜΑΣΚΕΣ 2011, ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ και της ευρύτερης θρακομακεδονικής ενδοχώρας 2012, 44 Φίλοι, Γνωστοί και Συγγενείς 2014, Περιβλέποντας τη Σαλονίκη 2016) δεν υπάρχει οργανωμένο αρχείο των φωτογραφιών μου.
Η ωραία περιπέτεια άρχισε νωρίς, από το Γυμνάσιο ακόμα στην Κοζάνη. Λίγα αγγλικά και ένα εγχειρίδιο εκτύπωσης έγχρωμων φωτογραφιών της Agfa Gevaert, μια μηχανή κουτί (περίπου camera obscura), μια συνδρομή (που κράτησε χρόνια μέχρι το τέλος του) στο ελβετικό περιοδικό CAMERA του Alan Porter και το ταξίδι συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Σχετικές σχολές και πανεπιστήμια δεν παρακολούθησα αλλά είχα μια μανία με τις εικόνες. Μπροστά από τα μάτια μου έχουν περάσει εκατομμύρια φωτογραφίες σε βιβλία, περιοδικά και εκθέσεις. Είναι ένας τρόπος άσκησης του ματιού αυτός που ασυνείδητα καθώς κοιτάζει αρχίζει και να βλέπει. Αυτό βέβαια έχει το κόστος του αν σκεφθείς πως ήμουνα ο καλλίτερος πελάτης του Μόλχο στην Τσιμισκή, του Σαμούχου στην Αγίας Σοφίας και του Προμηθέα στην Ερμού με παραγγελίες φωτογραφικών λευκωμάτων και βιβλίων. Έτσι λοιπόν και με συμμετοχές σε κάτι εκθεσούλες, μια ατομική στη Μικρή Πινακοθήκη ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ του Χριστιανόπουλου, άλλη μία στην ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ  του Μπακογιώργου, κάτι δημοσιεύσεις σε περιοδικά και συνεχή παρακολούθηση της ντόπιας και ξένης φωτογραφικής σκηνής, χωρίς να το καταλάβω μου αποδόθηκε ο τίτλος του φωτογράφου (αν και μεταξύ μας εγώ δεν τον παραδέχτηκα ποτέ). Και για να είμαι πιο τίμιος με τον εαυτό μου και τους άλλους πρόσθεσα στον τίτλο του φωτογράφου από τότε και το ερασιτέχνης. Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες μου αν τις προσέξεις είναι μέτριες. Μπορεί αισθητικά να λένε κάτι αλλά από τεχνική είμαι πάτος. Ποτέ δεν με απασχόλησαν οι μηχανές και τα τεχνικά (η ακριβότερη μηχανή που έπιασα στα χέρια μου κόστισε κάπου 200 ευρώ και είναι compact). Ζαχάρωνα βέβαια κάτι γιαπωνέζικα θηρία που έφερναν απ’ έξω οι  φίλοι μου με κάτι ασφαιρικούς φακούς με f 1,2 και τηλεφακούς τέρατα των 800mm, ή τις πανάκριβες σουηδικές σε φορμά 6Χ6 και ακόμα τις φυσούνες που αυτοφωτογραφίζουν το πίσω μέρος τους σε μονά αρνητικά των 18Χ24. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να μπω σ’ αυτό το τρυπάκι για τον απλούστατο λόγο πως δεν είχα τα μέσα να μπω. Και ευτυχώς η νέα τεχνολογία με απάλλαξε απ’ αυτό το άγχος. Μπορεί να μεμψιμοιρούμε για την ψηφιακή φωτογραφία αλλά σκεφτείτε από τι κόπους και έξοδα έχει απαλλάξει όλους εμάς τους «λαϊκούς φωτογράφους» (κατά τη ρήση το Walter Benjamin).
Στη Θεσσαλονίκη ήρθα στα 1969. Το φωτογραφικό τοπίο τότε ήταν κάπως υποτονικό αλλά υπήρχε σοβαρή και αξιόλογη φωτογραφική δραστηριότητα. Υπήρχε παράρτημα της ΕΦΕ. Η ΤΕΧΝΗ με τον Άλκη Πλατίδη παρέδιδε μαθήματα φωτογραφίας στην Κομνηνών. Υπήρχε στο Πανεπιστήμιο ο ΦΟΘΚ. Υπήρχε ο Γιάννης Στυλιανού, ο Μανώλης Στεφανίδης,  ο Μποζίκης, ο Νικολέρης, ο Κυριακίδης και πριν απ’ αυτούς ο Λιόντας, ο Μαυρίδης, ο Λυκίδης, ο Ιορδανίδης και πολλοί άλλοι τους οποίους δεν πλησίασε ποτέ να παρουσιάσει το μετέπειτα Μουσείο Φωτογραφίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Η φωτογραφία δειλά δειλά άρχισε να γίνεται δεκτή από τις αίθουσες τέχνης. Και ξαφνικά άνοιξε η ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, κυκλοφόρησε το περιοδικό Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ του Σταύρου Μωρεσόπουλου, ιδρύθηκε  η ΛΕΦΚΙΘ, γεννήθηκε ο PARALLAXIS Σύνδεσμος για την Προώθηση της Δημιουργικής Φωτογραφίας, έγινε το ’85 ο 1ος Μήνας Φωτογραφίας στη Ελλάδα και το 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο για τη Φωτογραφία με παρόντες τους Μελετζή, Νικολέρη (παπού), Μπαλάφα, Λέτσιο και Τλούπα καθώς και πολλούς φωτογράφους και θεωρητικούς για τη φωτογραφία από τη Αθήνα και αλλού. Ο PARALLAXIS ίδρυσε και το Ελληνικό Μουσείο Φωτογραφίας το 1987 με έργα από δωρεές φωτογράφων Ελλήνων και ξένων. Μετά γεννήθηκε η πολύχρονη και πολύτιμη για τη φωτογραφία στην Ελλάδα ΣΥΓΚΥΡΙΑ του Γεωργίου. Και όλα αυτά γίνονταν εκ των ενόντων, με κέφι, χωρίς επιχορηγήσεις, με οδηγό το μεράκι στην πρωτοπόρα και τσαχπίνα τότε Θεσσαλονίκη, για πρώτη φορά στην Ελλάδα.  Και η Πολιτιστική το ’97 με πρωτοβουλία Βενιζέλου και αρκετά εκατομμύρια,  υιοθέτησε το μέχρι τότε πτωχό αλλά τίμιο Ελληνικό Μουσείο Φωτογραφίας (το μετέπειτα Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης) που ίδρυσαν με μεράκι και πείσμα και το λειτούργησαν από τη τσέπη τους η τριανδρία του PARALLAXIS  Απόστολος Μαρούλης, Άρις Γεωργίου και ο υποφαινόμενος για δέκα συναπτά έτη.
Από τότε τα πράγματα μπήκαν κάπως στη σειρά τους. Έχουμε πια ένα καλά οργανωμένο Μουσείο Φωτογραφίας, το μοναδικό στην Ελλάδα. Η φωτογραφία έγινε αποδεκτή σαν έργο τέχνης και από τους συμπατριώτες μας. Σχολές και Λέσχες και Δημοτικές Πρωτοβουλίες έγιναν, ιδρύθηκαν και εξακολουθούν και ιδρύονται πανεπιστημιακές έδρες (ας είναι καλά τα ΕΣΠΑ). Η κινητικότητα και οι ανταλλαγές με το εξωτερικό καλά κρατούν. Οι νέοι φωτογράφοι, με πανεπιστημιακούς τίτλους ημεδαπούς και αλλοδαπούς αυξάνονται και πληθύνονται. Υπάρχει πια και ένα κοινό φιλοφωτογραφικό που σε ξαφνιάζει γιατί γεμίζει μέχρι σκασμού μια έκθεση του Helmut Newton αλλά αδιαφορεί για μια έκθεση του Λεωνίδα Παπάζογλου. Η φωτογραφία μοιάζει σε μένα σαν να μην βρίσκει πια το στόχο της σαν αυθεντικό έργο τέχνης. Οι τεράστιες διαστάσεις των εκτυπώσεων, ο διακοσμητικός της ρόλος σε μεγάλες επιφάνειες μοντέρνων αρχιτεκτονημάτων, οι παραλλαγές των video performances μέσα στα Μουσεία και άλλοι συνδυασμοί γραφιστικού και φωτογραφικού παντρέματος (που αρκετές φορές παρασύρει και μένα με τη σαγήνη και την ευκολία του), δεν βλέπω να είναι δυνατόν να συστήσουν πλέον ένα ανθρωπίνων διαστάσεων στέρεο δισδιάστατο παραστατικό έργο τέχνης που θα δίνει αισθητική απόλαυση στον κάτοχό του.  Από κει ξεκίνησε η φωτογραφία αλλά μέχρι που θα πάει είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί. Ίσως αυτά τα τελευταία μου λόγια έρχονται να μου θυμίζουν την παλιά πολύχρονη πνευματική και σωματική πάλη και κούραση για να σταθεί η φωτογραφία σαν φωτογραφία στα πόδια της στην πόλη μας. Μπορεί όμως να αποτελούν και μια έμμονη προσωπική ενοχή ότι ύστερα από τόσα χρόνια αγώνα αρχίζει αργά αλλά σταθερά η αντίδραση να υποκαθιστά τη δράση και η κριτική τη δημιουργία.-

◊◊◊

Δεν υπάρχουν σχόλια: